ισχυρίζομαι


ισχυρίζομαι
[исхиризомэ] р. утверждать, настаивать на чем- либо.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ισχυρίζομαι" в других словарях:

  • ισχυρίζομαι — ισχυρίζομαι, ισχυρίστηκα βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ισχυρίζομαι — (ΑΜ ἰσχυρίζομαι) [ισχυρός] διατυπώνω κάτι και τό υποστηρίζω με επιμονή μσν. αρχ. ισχυροποιώ τη θέση μου, γίνομαι δυνατός αρχ. 1. δείχνω τη δύναμη μου σε κάποιον 2. (για αθλητές) αγωνίζομαι για κάτι 3. έχω πεποίθηση σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • ισχυρίζομαι — ισχυρίστηκα, υποστηρίζω, βεβαιώνω κάτι: Ισχυρίζομαι πως είμαι αθώος. – Ισχυρίστηκε πως είδε με τα μάτια του το δράστη του εγκλήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσχυρίζομαι — ἰσχῡρίζομαι , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχυρίζεσθε — ἰ̱σχῡρίζεσθε , ἰσχυρίζομαι make oneself strong imperf ind mp 2nd pl ἰσχῡρίζεσθε , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres imperat mp 2nd pl ἰσχῡρίζεσθε , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres ind mp 2nd pl ἰσχῡρίζεσθε , ἰσχυρίζομαι make oneself… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχυριζόμεθα — ἰ̱σχῡριζόμεθα , ἰσχυρίζομαι make oneself strong imperf ind mp 1st pl ἰσχῡριζόμεθα , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres ind mp 1st pl ἰσχῡριζόμεθα , ἰσχυρίζομαι make oneself strong imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχυρίζηι — ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres subj mp 2nd sg ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres ind mp 2nd sg ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχυρίζου — ἰ̱σχῡρίζου , ἰσχυρίζομαι make oneself strong imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) ἰσχῡρίζου , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἰσχῡρίζου , ἰσχυρίζομαι make oneself strong imperf ind mp 2nd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχυρίζῃ — ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres subj mp 2nd sg ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres ind mp 2nd sg ἰσχῡρίζῃ , ἰσχυρίζομαι make oneself strong pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισχυριείω — ἰσχυριείω (Α) επιθυμώ να ισχυριστώ κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Εφετικό ρ. τού τ. ἰσχυρίζομαι: ἰσχυρι είω < ἰσχυριοῦμαι, μέλλ. τού ἰσχυρίζομαι] …   Dictionary of Greek